Κατά καιρούς έχουν υπάρξει διάφορες «προφητείες» οι οποίες δεν είναι παρά καλοστημένες απάτες, οι οποίες δημιουργούνται για διάφορους λόγους αλλά δυστυχώς εξαπατούν μια έστω μικρή μερίδα αναγνωστών. Μία από αυτές είναι και η δήθεν «επιστολή Ιησού Χριστού», η οποία υποτίθεται ότι βρέθηκε πάνω στον τάφο της Παναγίας και συντάκτης της (υποτίθεται) είναι ο Χριστός.
Όπως θα διαπιστώσετε, όμως, η επιστολή δεν μπορεί να γράφτηκε από τον Ιησού που ξέρουμε, ο οποίος δεν άφησε κανένα γραπτό κείμενο και η διδασκαλία του ήταν προφορική. Επιπλέον, ο ίδιος είναι γνωστό ότι κήρυττε την Αγάπη και ποτέ δεν υπήρξε τόσο αυστηρός και σκληρός στις εκφράσεις του, με την εξαίρεση των λόγων του κατά των Φαρισαίων
. Έπειτα τόσο ο ίδιος όσο και οι Προφήτες και μετέπειτα Άγιοι που αναγνωρίστηκαν από την Εκκλησία, πάντοτε αναλάμβαναν την ευθύνη των λεγομένων, παριστάμενοι οι ίδιοι και όχι στέλνοντας επιστολές από τον ουρανό. Ισχυρίζονταν αυτά που ισχυρίζονταν δια ζώσης και συχνά, όπως και ο ίδιος ο Ιησούς, υφίσταντο τις συνέπειες των λεγομένων και της δράσης τους.. Η παρούσα επιστολή κρύβει ένα μίσος και μια σκληρότητα που δεν αρμόζουν στον Ιησού των Ευαγγελίων ενώ υπάρχει και μια ανακολουθία ως προς το πρόσωπο που χρησιμοποιείται: σε κάποια σημεία φαίνεται να «μιλάει» ο Θεός, σε κάποια άλλα ο Χριστός και σε ένα ή δύο σημεία φαίνεται πως μιλάει ένα τρίτο πρόσωπο. Τις ανακολουθίες και τα λοιπά παράδοξα σας τα έχω επισημάνει στο κείμενο.
Το κακό είναι ότι ορισμένοι, στην απέλπιδα προσπάθεια να (παρα)πληροφορήσουν και να ερμηνεύσουν τα μελλούμενα, τη χρησιμοποιούν ως τεκμήριο αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Σας την παραθέτω και τα συμπεράσματα δικά σας.

Είς τό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος Αμήν.
Ε Π Ι Σ Τ Ο Λ Η Τ Ο Υ Κ Υ Ρ Ι Ο Υ Η Μ Ω Ν
ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η επιστολή αύτη ευρέθη είς τήν Αγίαν πόλιν τής Ιερουσαλήμ επάνω είς τό χωρίον Γεσθημανή είς τόν Τάφον τής Υπεραγίας Θεοτόκου καί Αειπαρθένου Μαρίας

θεού θέα θείον θαύμα.
Διήγησης τού μεγάλου καί φρικτού μυστηρίου όπου έγινεν είς τήν Αγίαν πόλιν τής Ιερουσαλήμ είς τήν Εκκλησιαν Σιών.
Ήτο ημέρα Τετάρτη , ότε ό λίθος έπεσεν από τόν Ουρανόν καί αυτός ό λίθος Ήτο μικρός, είχε δέ μέσα γράμματα θεϊκά καί ουδείς ηδύναντο νά τόν σαλεύση.
Τότε ό Αγιώτατος Πατριάρχης τών Ιεροσολύμων Ιωαννίκιος εσύναξεν όλους τούς Αρχιερείς καί Ιερείς καί άπαντας τούς Χριστιανούς καί έκαμαν δέησιν πρός τόν θεόν τρία ημερόνυκτα γονυκλινώς καί μέ θερμά δάκρυα παρακαλούντες τόν παντοδύναμον Κύριον. Καί ηκούσθη φωνή έκ τού ουρανού λέγουσα: <<Επάρατε τήν αυτήν τήν πέτραν καί ίδετε τά γεγραμμένα θεϊκά λόγια.>> Τότε ό Αγιώτατος Πατριάρχης ερράγισε τήν πέτραν, καί εύρεν εντός αυτής αυτά τά γεγραμμένα άγια λόγια, άτινα έλεγον ούτως :
Όσοι επίστευσαν τώ Αγίω Ονόματι μού καί έγιναν Χριστιανοί , πέμπω αυτήν τήν Αγίαν μού Επιστολήν.
είς τόν κόσμον αυτού αφήκα τό Ευαγγέλιον μού καί τά βιβλία τής Εκκλησίας μού, διά νά σάς διδάσκουν νύκτα καί ημέραν διά νά φυλάξετε τάς εντολάς μού, καί σείς ώς ανόητοι τά καταπατείτε. Διά τούτο θέλω αποστρέψει τό πρόσωπον μού από σάς καί δέν θέλω σάς λυπηθώ πλέον.
Εγώ σάς έστειλα βάρβαρα έθνη καί σάς εμαστίγωσαν καί σάς επήραν τόν βιον σάς καί σείς δέν εμετανοήσατε Διά νά σάς λυπηθώ καί νά σάς λυτρώσω.
Ίδετε καί στοχασθήτε , άνθρωποι μικροί καί μεγάλοι, ότι εάν δέν φυλάξητε τήν Αγίαν μού Κυριακήν όπου είς αυτήν ανεστήθην, θέλω ανοίξει τούς καταρράκτας τού ουρανού καί θά βρέξω αίμα μέ φωτιάν νά σάς κατακαύσω.
Αφρόντιστοι ! δέν στοχάζεσθε, ότι τήν Αγίαν μού Κυριακήν ανέστησα τόν πρωτόπλαστον Αδάμ μαζί μέ τήν Εύαν καί τους έβαλα είς τόν Παράδεισον από τόν κατηραμένον τόπον τής Κολάσεως, όπου τόσους αιώνας ήσαν κλεισμένοι, καί εχάρισα τόν Παράδεισον είς αυτούς καί είς εσάς, διά νά ευφραίνησθε αιωνίως μετ’ εμού είς τήν βασιλείαν μού;
Καί σείς , αφρονέστατοι καί ανόητοι καί φθονεροί είς τήν καρδίαν , αυτήν τήν ημεραν τήν καταπατείτε μέ τά παμμίαρα έργα σας; Στοχασθήτε, αφρονέστατοι, ότι θέλω κλείσει τόν Ουρανόν νά μή βρέξει πλέον καί τήν γήν νά μή βλαστήσει χορτάρι ούτε γεννήματα, ώστε νά σπείρητε καί νά μή θερίζητε, διότι διάγετε πρός μέ κακώς καί διεστραμμένως.
Καί Εγώ θέλω φερθώ πρός υμάς μέ οργήν, θυμόν καί αγανάκτησιν.
<< Ο ουρανός καί η γή παρελεύσεται , οί δέ λόγοι μού ού μή παρέλθωσιν>>. Εγώ σάς έστειλα σημεία, χειμώνας κακούς καί χιόνας , ακρίδας, ανέμους καί αστραπάς φοβεράς, θανατικά , λοιμούς, σεισμούς φοβερούς, καί σείς ώς λίθοι αναίσθητοι δέν μετανοήσατε ίνα είς πίστιν έλθει ή φθονερά σάς καρδία καί ν’ αφήσητε τά κακά σάς θελήματα.
Τήν Αγιαν Κυριακην καί τάς μεγάλας μού εορτάς τάς καταπατείται μέ τά πονηρά έργα σάς, υιοί διαβόλου καί κληρονόμοι τής αιωνίου Κολάσεως καί όχι τής βασιλείας μού.
Καταπατείτε τά θεία μού προστάγματα, τό θείον Ευαγγέλιον καί Τήν Αγίαν μού Εκκλησίαν.
Εγώ ηυλόγησα Τήν γήν νά δώσει σίτον, οίνον, έλαιον καί πάν αγαθόν, καί εχορτάσατε καί επροκόψατε, καί σείς εστάθητε σάν διάβολοι καί αχάριστοι ωσάν τόν Ιούδαν σιμά είς εμέ, από τά κακά σας έργα καί τάς ανομίας σάς τάς παρανόμους.
Εβουλήθην όμως νά σάς αφανίσω, αλλά διά τάς παρακλήσεις τής Αγίας καί Υπεραγίας Μητρός μού καί πάντων τών Αγίων μού σάς ευσπλαγχνίσθηκα, καί διά πρεσβειών τής Παναχράντου Μητρός καί τών Αγίων Αποστόλων καί Προφητών καί Μαρτύρων καί Οσίων καί Δικαίων, δέν σάς τιμώρησα διά τάς βδελυράς πραξεις σάς.
Τί αγαθόν επράξατε, διά ν’ αρέσητε τής βασιλείας μού ;
Πτωχούς, ορφανούς , χήρας καί παιδία ανήλικα, όπου φωνάζουν οπίσω σάς, δέν εχορτάσατε ούτε εκυβερνήσατε, διά νά σάς λυπηθώ καί εγώ καί νά συγχωρήσω τάς αμαρτίας σάς.
Δέν βλέπετε τά αλλόφυλα έθνη, όπου νόμον δέν έχουν καί νόμον πράττουν; Εγώ σάς έδωκα Αρχιερείς καί Ιερείς δίδω αυτοίς εξουσίαν τού δεσμείν καί λύειν . Δέν βλέπετε , αναισθητοι , τί μέγα μυστήριον είναι ο αφορισμός;
Όποιος σταθεί αφωρισμένος, δέν δύναται τό σώμα τού νά διαλύσει ή γή, ούτε ή ψυχή τού έχει ανάπαυσιν είς τό αιώνιον πύρ τής κολάσεως, έως ού νά τόν συγχωρήσει ο Ιερεύς όπου τόν αφώρισεν. Άν δ’ ευρίσκεται αποθαμένος, πρέπει νά τού δώσει ό αρχιερεύς τήν συγχώρησιν καί ούτω δύναται νά λυθεί τό σώμα τού καί ευρέθη συγχωρεμένος είς τόν αιώνα τόν μέλλοντα.
Ενώ σάς έδωκα Άγιον Νομον διά μέσου τού Προφήτου Μωϋσέως επάνω είς τό όρος Σινά, καί είς τούς έσχατους καιρούς ήλθον καί ενσαρκώθη είς τήν γην έκ τής Αγίας Μητρός μού καί Αειπαρθένου Μαρίας καί τόν παλαιόν Νόμον πληρώσας αφήκα πρός υμάς τό Ιερόν Ευαγγέλιον μού, τό οποίο είναι ήΚαινή Διαθήκη μού.
Τά όσα έκαμα διά σάς τό ανθρώπινον γένος , σείς όλοι τά κατεπατήσατε μέ τάς κατηραμένας βλασφημίας σάς βλασφημούντες καί καταπατούντες τόν Σταυρόν μού καί τά φρικτά Πάθη , άτινα υπέφερα διά τήν ιδικήν σάς αγάπην επάνω είς τόν τού Κρανίου τόπον, προσέτι υπέφερα εμπτυσμούς καί κολαφισμούς, διά σάς ερραπίσθην, διά σάς εφόρεσα τήν κόκκινην χλαμύδα, τήν οποίαν μού εφόρεσαν δι’ εμπαιγμόν καί εβάσταξα τόν κάλαμον είς τάς χείρας καί μέ τόσους εμπτυσμούς καί ονειδισμούς ωνομάσθην ψευδής βασιλεύς τών Ιουδαίων, διά τήν ιδικήν σάς Σωτηρίαν.
Διά σάς εβάσταξα τόν Σταυρόν είς τούς ώμους μού καί εσύρθην είς τόν τού Κρανίου τόπον, διά σάς ετελείωσα τήν ζωήν επάνω είς τόν Σταυρόν μέ τόσας πληγάς, χύνων τό πανάγιον αίμα μού, διά νά ξεπλύνω τάς αμαρτίας σάς καί διά νά χαρίσω τήν ουράνιον βασιλειαν μού, όπου είσθε εξωρισμένοι διά τήν παράβασιν τού πρωτοπλάστου Αδάμ.
Διά σάς εφόρεσα τόν ακάνθινον στέφανον , κατατρυπών τήν αγίαν κορυφήν μού, διά νά σάς στεφανώσω καί νά κάμω διαδόχους τής βασιλείας μού.
Διά σάς ηνοίχθη ή αγία μού πλευρά υφ’ ενός τών στρατιωτών καί εξήλθεν αίμα καί νερόν, διά νά δείξω ότι τό νερόν είναι τό βάπτισμα καί τό αίμα είναι ή Αγία Κοινωνία, όπου χωρίς αυτά τά δύο μυστήρια δέν δύναται νά Ίδη τίς τήν βασιλείαν τού Πατρός μού τού Επουρανίου.
Αλλά σείς δι’ ανταμοιβήν τών θείων μού ευεργεσιών , υβρίζετε καί καταπατείτε τόν Σταυρόν καί τά Πάθη μού.
Ιδετε άνθρωποι, καί στοχασθείτε από τά βιβλία της Εκκλησίας μού, ότι τήν Αγίαν μού Κυριακην, τήν οποίαν καταπατείτε μέ τά άνομα έργα σάς, είς αυτήν τήν Αγίαν ημέραν μέλλω νά τελειώσω τήν Δευτέραν μού παρουσίαν καί νά τελειώσω τόν κόσμον, ν’ αποδώσω τού καθ’ ενός κατά τά έργα όπου έπραξε.
καί όσοι εβάσταξαν τάς εντολάς μού καί εποίησαν τά προστάγματα μού, θέλουν λάμψει ώσπερ τόν ήλιον, καί θά ακούσουν τήν μακαρίαν εκείνην φωνήν, τό << Δεύτε οί ευλογημένοι τού Πατρός μού , κληρονομήσατε τήν ήτοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου >>.
καί οί αμαρτωλοί θ’ ακούσουν τήν φρικτήν μού απόφασιν :
<< Πορεύεσθε οί κατηραμένοι είς τό πύρ τό αιωνιον τό ητοιμασμένον τώ διαβόλω καί τοίς αγγέλοις αυτού. Πορεύεσθε είς τό πύρ τό αιωνιον , είς τό σκότος τό εξώτερον είς τήν γενεάν τού πυρός μαζί μέ τόν πατέρα σας τόν διάβολον. Δι’ αυτόν εδουλεύσατε , δι’ αυτον εκοπιάσατε είς τήν ζωην σάς καί αυτόν απολαύσατε>>
Υπάγετε καταλαληταί , Υπάγετε καταδόται, Υπάγετε επίορκοι, όπου δι’ ολίγον χάρισμα , ή καί από πάθος κινούμενοι , ομνύετε παρανόμως τό Ευαγγελιον μού καί καταστρέφετε τόν πλησίον σάς μέ τήν ψευδήν μαρτυρίαν σάς, όπου πολλάκις επήρατε αθώους είς τόν λαιμόν σάς, καί εξολοθρεύσατε παιδία καί οικογένειας , καί χαλάσατε από τάς όψεις τής φύσεως διά τό πείσμα σάς , καί τά τέλη σάς , καί διά τόν παράνομον φθόνον σάς.
Υπάγετε τώρα νά κατακαίηται ό λάρυγγας σάς από φωτιά άσβεστων είς τόν αιώνα τόν άπαντα, μαζί μέ τόν πατέρα σάς τόν διάβολον.
Υπάγετε αντίδικοι , οίτινες δέν εφροντίσατε διά νά αρέσητε είς
εμένα όπου σάς έπλασα καί σάς έδωκα τά μάτια καί τά επίγεια αγαθά μού νά χαίρησθε, Αλλά εφροντίσατε ν’ αρέσητε τού Πατρός σάς τού διαβόλου , διό καί τά έργα τού εποιήσατε.
Υπάγετε , αχάριστοι καί αχόρταγοι , όπου διά τόν θεον τήν κοιλίαν σάς προσκυνάτε καί λατρεύετε , μή βαστώντες τάς Τεσσαρακοστάς , Αλλά καταλύετε κρέας καί όψάριον, μή βαστώντες τάς Τετάρτας καί τάς Παρασκευάς , Αλλά καταλύετε κρέας καί όψάριον καί εί τί άλλο σάς εδίδασκεν ό διάβολος , διά νά τόν αρέσητε.
Δέν στοχάζεσθε, ότι τήν Τετάρτην παρεδόθην είς τάς χείρας τών Ιουδαίων διά τήν σωτηριαν σάς καί τήν Αγίαν ημέραν τής Παρασκευής ετελείωσα τήν ζωην μού επάνω είς τό ξύλον τού Σταυρού χύνων τό αίμα μού διά νά σάς ξεπλύνω από τόν βόρβορον τής αμαρτίας, καί νά σάς χαρίσω τήν βασιλειαν μού, όπου διά σάς εσταυρώθηκα; καί σείς είς αυτήν τήν Αγίαν ημέραν τής Παρασκευής καταλύετε κρέας καί οψάριον , ωσάν χοίροι άγριοι καί όχι ωσάν άνθρωποι Χριστιανοί.
Ιδετε καί στοχασθητε από τά βιβλία τής Εκκλησίας μού ότι τήν ημέραν τής Παρασκευής όπου εσταυρώθην , όλη ή οικουμένη γνωρίζουσα μέ διά ποιητήν καί πλάστην ετρόμαξεν ό ήλιος εσκοτίσθη καί ή γή εσείσθη, τό καταπέτασμα τού ναού είς τό μέσον εσείσθη, τά μνημεία ηνεώχθησαν, οί νεκροί εσηκώθησαν από τά μνημεία , γνωρίζοντες μέ διά θεόν καί σωτήρα τού κόσμου.
Καί σείς είς αυτήν τήν Αγίαν ημέραν πράττετε τά άνομα έργα σάς. Κατηραμένος καί αφωρισμένος καί ασυγχώρητος ό λάρυγγας όπου καταλύει τήν Τετάρτην καί Παρασκευήν κρέας καί οψάριον χωρίς σωματικής ασθενείας .
Στοχασθήτε ότι θέλω ανοίξει τούς καταρράκτας τού ουρανού, νά βρέξω νερό κοχλάτο είς τάς δέκα Φεβρουαρίου καί κανείς δέν θά ηξεύρη, καί θέλω ρίψη θηρία πτερωτά καί ανήμερα νά σάς καταφάγουν, καί νά φωνάζητε ό είς τόν άλλον :
<< έβγάτε σείς οί αποθαμένοι νά έμβωμεν ημείς οί ζωντανοί διότι δέν ημπορούμεν πλέον νά υποφέρωμεν τήν οργήν τού Παντοκράτορος θεού καί τόν θυμόν τού >>.
Καί πάλιν λέγω, θά πέμψω σκότος αστραπάς καί βροντάς, νά σάς κατακαύσω καί νά μήν σάς λυπηθώ.
Αλλοίμονον είς εσάς τί απολογίαν έχετε νά μοί δώσετε τήν ημέραν τής κρίσεως;
Τήν ώραν εκεινην θέλει τρέμει ό ουρανός καί ή γή, Αλλοίμονον είς εκείνους όπου έπραξαν τού διαβόλου τά έργα.
Ιδετε άνθρωποι , νά απέχητε από τάς αμαρτίας, από τήν υπερηφάνειαν, τόν φθόνον, τήν πονηρίαν, τήν μοιχείαν, τήν κλοπήν, όπου κλέπτετε ό ένας τόν άλλον.
Εάν αυτά δέν αφήσετε, θέλετε ιδεί τά φοβερά μού σημεία καί θά τρομάξητε από τήν οργήν μού, όπου ό ουρανός θέλει τρέμει καί ή γή θά σείηται , ό ήλιος θά σβήσει, ή σελήνη καί τά άστρα θά πέσουν, ή θάλασσα θά βρωμίσει, τά πηγάδια θά ξηρανθούν, καί σείς θά τρέμητε ώς τά φύλλα τού δένδρου, καί ανάπαυσιν ποσώς δέν θά έχητε.
Αλλοίμονον είς εκείνους όπου βλασφημούν τό όνομα μού μέ τήν βρωμεράν τών γλώσσαν, καταπατούντες τόν Σταυρόν.
Θέλουν ιδεί τόν Σταυρόν τήν ημέραν τής κρίσεως νά έρχηται μετά τών ουρανίων ταγμάτων επί τών νεφελών τού ουρανού μετά δόξης καί θά τρομάξουν από τόν φόβον τών.
Τότε θέλει τούς σύρει ό ποταμός ό πύρινος, εκεί έσται, κλαυθμός καί ό τριγμός τών οδόντων.
Αλλοίμονον είς εκείνον τόν Ιερέαν , όπου δέν διδάσκει κάθε Κυριακήν τόν λόγον τού Ευαγγελίου θέλει δώσει φρικτήν απολογίαν διά τό ποίμνιον τού τήν ημεραν τής κρίσεως τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καί Σωτήρος ημών θεού.
Καί πάλιν λέγω διά τήν αγίαν μού επιστολήν , ότι δέν εγράφη από χέρι ανθρώπου, αλλ’ από τόν πατέρα μού τόν επουράνιον.
Καί όποιος άνθρωπος ευρεθεί νά φλυαρήσει διά τήν αγίαν μού επιστολήν καί νά ειπεί ότι είναι από χέρι ανθρώπου νά είναι επικατάρατος καί ή ψυχή τού νά είναι μετά τού Ιούδα τού προδότου καί νά κληρονομήσει τό ανάθεμα Σοδόμων καί Γομόρρων καί νά βασανίζηται είς τό πύρ τό αιώνιον ητοιμασμένον τώ διαβόλω καί τοίς αγγέλοις αυτού.
Καί πάλιν λέγω , ότι όποιος δέν δεχθεί τήν αγίαν μού επιστολήν μέ όλην τήν καρδίαν , νά κληρονομήσει τήν γεέννα τού πυρός τήν άσβεστων, επειδή δέν επίστευσε τήν επιστολήν τού ποιητού τού ουρανού καί τής γής, αλλ’ είπεν ότι δέν είναι γεγραμμένη από τόν πατέρα μού.
Καί πάλιν λέγω ότι όποιος υβρίζει τόν Ιερέαν τού θεού τού Υψίστου καί δέν τόν αγαπά καί δέν τόν ευλαβείται ώς πανάγιον τού θεού υπηρέτην, όπου τό άγιον πνεύμα κατέβη είς τήν κεφαλήν τού, θέλει νά δώσει μεγάλην απολογίαν τού θεού είς τήν ώραν τής κρίσεως.
Ευλογημένος νά είναι εκείνος ό Χριστιανός καί από τόν πατέρα μού, όπου πάρει τήν αγίαν μού επιστολήν μέ όλην τού τήν προθυμίαν, καί τήν διαβάζει είς τόν οίκον τού.
Καί άν έχει αμαρτίας ωσάν τάς τρίχας τής κεφαλής τού καί ωσάν τά φύλλα τού δένδρου, όλαι συγχωρούνται καί λειώνουν.
Συγχωρεί καί ευλόγει ό θεός τόν οίκον τού καί τά έργα τού καί όλα τά αγαθά τού.
Καί πάλιν λέγω ότι όστις θρέψη πεινασμένον καί ενδύσει γυμνόν, καί δεχθεί ξένον είς τό σπίτι τού καί τού δώσει ελεημοσύνην, θέλουν πληθύνει τά αγαθά τού καί θέλω τόν ευλογήσει ωσάν τόν Αβραάμ καί τόν Ισαάκ καί τόν Ιακώβ.
Καί πάλιν λέγω , αλλοίμονον είς εκείνους τούς γονείς όπου δέν ερμηνεύουν τά τέκνα τών καί δέν τά παρακινούν νά πηγαίνουν είς τήν Αγίαν Εκκλησίαν καλύτερον νά μή τά γεννούσαν, διότι θέλουν δώσει φρικτήν απολογίαν είς τόν φοβερόν κριτήν τήν ημέραν τής κρίσεως.

Διά τούτο εγώ ό αμαρτωλός τού Χριστού Πατριάρχης Ιωαννίκιος σάς παρακαλώ αγαπητά τέκνα μού, χάρις Είη υμίν καί ειρήνη υπό τού θεού Πατρός, Κυρίου δέ ημών Ιησού , καί σάς δίδω τήν ευλογιαν, παρακαλώ σάς μέ όλους τούς αρχιερείς όπου εξήγησαν τήν Αγίαν ταύτην Επιστολήν καί τήν έστειλαν είς τόν κόσμον , όπως τήν δεχθείτε μετά πάσης προθυμίας.
Καί Ευλογημένος ό άνθρωπος όπου τήν έχει είς τό σπίτι τού δέν θέλει τού συμβεί ποτέ κανένα κακόν , ούτε τού εγγίσει ό διάβολος τά πράγματα τού, καί τόν δέχεται είς τήν βασιλείαν τού.
Είς δόξαν τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος νύν καί αεί καί είς τούς αιώνας τών αιώνων αμήν .

(Πηγή http://www.agiooros.net)

Νομίζω γίνονται εύκολα αντιληπτά τα όσα σας ανέφερα παραπάνω. Η απάτη του πράγματος όμως συνάγεται και από το επισημασμένο με μπλε χρώμα απόσπασμα, όπου ο «Θεός» ή «Ιησούς» σπεύδει να διαβεβαιώσει ότι η επιστολή αυτή είναι αχειροποίητος και ότι πρέπει όλοι να την αποδεχτούν, διαφορετικά θα είναι καταραμένοι…

Advertisements

About michalism

nothing to declare

2 responses »

  1. Ο/Η tsopanis λέει:

    Απλά είχε ξυπνήσει στραβά… και ο Θεός έχει δικαίωμα στην άσχημη μέρα…

    Lykos

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s